δρακοντοκέφαλος
δρακοντοκέφαλος, with a serpent’s head
δρᾰκοντο-κέφᾰλος, ον,
- with a serpentʼs head, BGU 1065.9 (i A. D.), Suid. s.v. Ἑκάτην.
de cabeza de serpiente
τὰ δὲ φάσματα αὐτῆς (τῆς Ἑκάτης) δρακοντοκέφαλοι φαίνονται ἄνθρωποι
δρακοντοκέφαλος, schlangenköpfig, Suid. v. Ἑκάτη.