δρακοντόμιμος
δρακοντόμιμος, serpent-like
δρᾰκοντό-μῑμος, ον,
- serpent-like, τορεύματα Sopat. 19.
semejante a una serpiente
τορεύματα
δρακοντό·μιμος, ος, ον [ᾰῑ] qui imite la flexibilité d’un serpent, Sopatr. (Ath. 230e).
Étym. δράκων, μιμέομαι.
δρακοντόμιμος, [ῑ], Drachen darstellend, τορεύματα Sopat. bei Ath. VI.230f.