δρακοντόμορφος
δρακοντόμορφος, of serpentform
δρᾰκοντό-μορφος, ον,
- of serpent-form, Lyc. 1043, POxy. 490.12 (ii A. D.).
con forma de dragón o serpiente
ἑρπετοί
σφ[ραγίς
δαίμονα ... δρακοντόμορφον τὸν ἀπὸ τῶν Διονυσιακῶν εἰδῶν ὑποστάντα
δρακοντό·μορφος, ος, ον [ᾰ] qui a la forme d’un dragon ou d’un serpent, Lyc. 1043.
Étym. δράκων, μορφή.
δρακοντόμορφος, drachengestaltig, Lycophr. 1042.