δραχμήϊος
δραχμήϊος, weighing a drachm
δραχμ-ήϊος, α, ον, Ion. for δραχμαῖος,
- weighing a drachm, ἄχθος Nic. Th. 604.
δραχμήϊος, η, ον, ion. = δραχμαῖος, Nic. Th. 604.
δραχμήϊος, = δραχμεῖος, δραχμαῖος ; Nic. Th. 604.