δρυοτόμος
δρῠο-τόμος, ὁ,
- = δρυτόμος, Aesop. 35, Gal. 13.573, etc. [δρῡ- v.l. in Q.S. 1.250.]
maderero, leñador
λιθοτόμοι καὶ δρυοτόμοι
δρυο·τόμος, ου (ὁ) [ῠ] charpentier, Es. 168 Halm ||
➳ [ῡ] Q. Sm. 1, 250.
Étym. δρῦς, τέμνω ; cf. δρυτόμος.
δρυοτόμος, Holz schneidend, fällend ; ὁ, der Holzhauer, Aesop. 175 ; Qu.Sm. 1.250 [wo ῡ]. S. δρυτόμος.