δύτης
δύτης, a diver
δύτης [ῠ], ου, ὁ, (δύω)
- diver, Hdt. 8.8; δ. βύθιος Poll. 1.97.
buceador
δ. τῶν τότε ἀνθρώπων ἄριστος
δ. βύθιος
δύτης, ου (ὁ) [ῠ] plongeur, Hdt. 8, 8 (δύω 1).
δύτης, ὁ, der Taucher ; Her. 8.8 ; βύθιος Poll. 1.97.
δύτης
δύτης (ῠ), ου,
δύω
- a diver, Hdt.