About Report a problem

Menu

δωδεκαπλάσιος

δωδεκαπλάσιος, twelvefold

δωδεκα-πλάσιος, ον,
  • twelvefold, Plu. An.procr. 2.1028c; also δωδεκα-πλᾰσίων, ον, gen. ονος, Orib. Fr. 102.

Saved

Recent