δωδεκάρχης
δωδεκάρχης, commander of twelve
δωδεκάρχης, ου, ὁ,
- v. δωδεκάδαρχος: — also δωδεκά-αρχος, Hsch. s.v. δεκαδάρχαι.
δωδεκάρχης, ὁ, od. δωδέκαρχος, B.A. 235 ; s. δωδεκαδάρχης.
δωδεκάρχης
δωδεκ-άρχης, ου,
= δωδεκάδαρχος, Xen.