δωρύττομαι
δωρύττομαι, give a gift
δωρύττομαι, Dor. for δωρέομαι, Theoc. 7.43.
regalar
τάν τοι ... κορύναν
δωρύττομαι (seul. prés.) dor. c. δωρέομαι, Thcr. Idyl. 7, 43.
Étym. var. δωρήσομαι.
δωρύττομαι, dor. = δωρέομαι, Theocr. 7.43.
δωρύττομαι,
Doric for δωρέομαι, Theocr.