Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
δωροδότας
Grieks Nederlands
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
δωρίς
Δωρίσδω
δωρίσδω
δωρίσκος
Δωρισμός
δωρισμός
Δωριστί
δωριστί
δωρίτης
Δωρίτης
δωρίτης ἀγών
Δωρῖτις
Δωρίχα
Δώριχος
Δωρίων
Δωριώνειοι
Δωριώνειος
δωρογραφή
δωρογραφία
δωρόδειπνος
δωροδέκτης
δωροδοκέω
δωροδόκημα
δωροδόκησις
δωροδοκητέον
δωροδόκητος
δωροδοκία
δωροδοκιστί
δωροδόκος
δωροδοσία
δωροδότας
δωροδοτέω
δωροδότης
δωροδοχεῖον
Δωροδόχη
Δωροθέα
Δωρόθεος
δωροκόμος
δωροκοπέω
δωροκοπία
δωροκόπος
δωρολήμπτης
δωροληπτέω
δωρολήπτης
δωροληψία
δῶρον
δωροξενία
δωροξενίας
δωροξενίας γραφή
Δῶρος
δωροτελέω
δωροφάγος
δωροφορέω
δωροφορία
δωροφορικός
δωροφόρος
δωρύττομαι
δωρύφιον
Δωρώ
δωρώνιον
δώς
…
δωροδότας
Save
Grieks Nederlands
δωρο-δότᾱς, ὁ
[δίδωμι] Dor.,
gever.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}