εἰδωλόθυτος
εἰδωλόθυτος, sacrificed to idols
εἰδωλό-θῠτος, ον,
- sacrificed to idols: Subst. εἰδωλόθυτα, τά, meats offered to idols, Act. Ap. 15.29, 1 Ep.Cor. 8.1, etc.
I sacrílego
βρώσεις ἀνόμους καὶ εἰδωλοθύτους
II neutr. subst., gener. plu. τὰ εἰδωλόθυτα carnes sacrificadas a los ídolos
ἀπέχεσθαι εἰδωλοθύτων καὶ αἵματος
φαγεῖν εἰδωλόθυτα
ἀπὸ δὲ τοῦ εἰδωλοθύτου λίαν πρόσεχε
εἰδωλόθυτα ἀδιαφόρως ἐσθίουσι
εἰδωλοθύτων ἀπογεύεσθαι
εἰδωλόθυτος
εἰδωλό-θῠτος, ον
θύω
- sacrificed to idols: εἰδωλόθυτα, τά, meats offered to idols, NTest.