εἰδωλολατρεία
εἰδωλολατρεία, idolatry
εἰδωλο-λατρεία, -λατρία, ἡ,
- idolatry, Ep.Gal. 5.20, 1 Ep.Cor. 10.14.
idolatría, culto a los ídolos
φεύγετε ἀπὸ τῆς εἰδωλολατρίας
μὴ γίνου οἰωνοσκόπος· ἐπειδὴ ὁδηγεῖ εἰς τὴν εἰδωλολατρίαν
δηλητήριον ... εἰδωλολατρείας
τὰ πάλαι κρυπτόμενα τῆς εἰδωλολατρείας κακά
εἰ δέ τις ... θυσίας ἢ καὶ εἰδωλολατρίας ἁμαρτάνων ἁλῷ
si es sorprendido alguno cometiendo el pecado de hacer sacrificios y rendir culto a los ídolos
• fig.
ἐξ εἰδωλολατρείας ... ἣν καλεῖ Βαβυλῶνα
εἰδωλολατρεία, ας (ἡ) culte des idoles, idolâtrie, NT. Gal. 5, 20 ; 1 Cor. 10, 14 ; Clém. 2, 364 a Migne, etc.
Étym. εἰδωλολάτρης.
εἰδωλολατρεία, ἡ, Götzendienst, NT u. K.S.
εἰδωλολατρεία, ἡ,
- idolatry, NTest. from εἰδωλολάτρης