εἰδωλομανία
pasión por los ídolos frec. sinón. de εἰδωλολατρία culto a los ídolos, idolatría
εἰ. καὶ ἀθεότης
ἡ ἀπιστία καὶ εἰ.
εἰδωλομανίας ἐπιτελουμένης ἐν τῷ θεάτρῳ
εἰς τὴν Αἰγυπτιακὴν εἰδωλομανίαν ... ὑπηνέχθη τὰ πλήθη
ἡ εἰ. πομπαῖς καὶ τελεταῖς ... κρατυνομένη
εἰδωλο·μανία, ας (ἡ) [μᾰ] culte passionné des idoles, Bas. 3, 169 d Migne ; Nyss. 3, 913 d Migne.
Étym. cf. le préc.