εἰκάδιος
εἰκάδιος, belonging to, celebrated on the εἰκάς
εἰκάδιος [ᾰ], α, ον,
- belonging to, celebrated on the εἰκάς, EM 297.59, Et.Gud. 164.22.
εἰκάδιος <Εἰκάδιος> supp. Wil. e Σ. ἰκαδ[ιος·] εἰκάδιος Ἀρίς (ταρχος). καὶ Ἄνδρων (FGH. 2, 1231, 26) ἐκ Δή[λου ]ιτʼ(), ἐκ δὲ Κρήτης [λθεῖν αὐτὸν (sc. Εἰκάδιον) λέγουσιν ο]ἱ Δελφοί, ὅθεν καὶ Κ[ (supp. Snell. Hermes, 1938, 439; Wil. Pindaros, 87) Πα. 10b. 3.