εἰκαιοβουλία
εἰκαιοβουλία, rashness
εἰκαιο-βουλία, ἡ,
- rashness, Hsch.
temeridad, atrevimiento
τῆς ἑαυτῶν εἰκαιοβουλίας οὐκ ἀγαθὰς εὑρήσουσιν ἀμοιβάς
• baladronada, insensatez Hsch., Sud.
εἰκαιοβουλία, ἡ, Unüberlegtheit, VLL.