εἰκοσάκλινος
εἰκοσά-κλῑνος, ον,
- = εἰκοσίκλινος, D.S. 1.49, Ath. 12.548a.
εἰκοσά·κλινος, ος, ον [ῑ] c. εἰκοσίκλινος, DS. 1, 49 ; Ath. 548a.
εἰκοσάκλινος, [ῑ], von zwanzig Tischlagern od. Plätzen am Tisch ; οἶκος Ath. XII.548a ; DS. 1.49, v.l. εἰκοσίκλινος.