εἰκοσάπηχυς
εἰκοσά-πηχυς, υ,
- = εἰκοσιπ-, Chares ap. Ath. 12.538d, Luc. DMort. 22[27].4.
metrol. de veinte codos
ὄρυγμα εἰ. βάθος ὀρώρυκται
κίονες
σταυροί
λίθοις μὲν γὰρ εἰκοσαπήχεσι τὸ μῆκος ... συνηρμόζετο
κοντός
εἰκοσά·πηχυς, υς, υ, gén. εος [ᾰ] de vingt coudées, Charès (Ath. 538d) ; Luc. D. mort. 27, 4.
Étym. εἴ. πῆχυς.
εἰκοσάπηχυς, von zwanzig Ellen ; Ath. XII.538d, Luc. Philops. 22 ; s. εἰκοσίπηχυς.
εἰκοσάπηχυς
= εἰκοσίπηχυς, Luc.