εἰκοσαπλάσιος
εἰκοσα-πλάσιος [πλᾰ], α, ον, = sq., Aristarch. Sam. 7, Procl. Hyp. 3.68.
veinte veces mayor en tamaño
τὸ ἀπόστημα ὃ ἀπέχει ὁ ἥλιος ἀπὸ τῆς γῆς ... ἔλασσον δὲ ἢ εἰκοσαπλάσιον
• en cantidad
ὀρόβους ... λειοτριβήσας εἰκοσαπλασίῳ μέλιτι
εἰκοσα·πλάσιος, ος, ον, vingt fois aussi grand, Plat. Tim. 35c (var. ἑπτακαιεικ-) ; Theol. 40, 1.
Étym. εἴ. -πλάσιος.
εἰκοσαπλάσιος, zwanzigfach, Plut. fac. orb. lun. 10.