εἰκονοποιία
εἰκονοποιία, image-making
εἰκονο-ποιία, ἡ,
- image-making, Dam. Pr. 341.
construcción de imágenes
ἠκρίβου διαφερόντως τὴν εἰκονοποιίαν
εἰκονοποιία, image-making
construcción de imágenes
ἠκρίβου διαφερόντως τὴν εἰκονοποιίαν