εἰλυός
εἰλυός, a lurking place, den
εἰλῡός or ἰλ- [ῑ], ὁ,
- = εἰλυθμός, X. Cyn. 5.16, A.R. 1.1144, Nic. Th. 143.
cubil, madriguera
θῆρες δ' εἰλυούς τε κατὰ ξυλόχους τε λιπόντες
ἀνιχνεύουσι ... ἰλυοὺς ἐρέθοντες
ὑπὸ τοῖς εἰλυοῖς ... ἀφανίζεσθαι
εἰ. ... ἡ κατάδυσις
εἰλυός, οῦ (ὁ) [ῡ] c. εἰλυθμός, Xén. Cyn. 5, 16 ; Nic. Th. 143 ; A. Rh. 1, 1144.
εἰλυός, [ῡ], ὁ, = εἰλυθμός ; Xen. Cyn. 5.16 ; Ap.Rh. 1.1144 ; Nic. Th. 143.
εἰλυός
εἰλῡός, ὁ,
εἰλύω
- a lurking place, den, Xen.