εἰλύω
εἰλύω, to enfold, enwrap
- enfold, enwrap, Act. once in Hom., κὰδ δέ μιν αὐτὸν εἰλύσω ψαμάθοισι Il. 21.319; ὀλίγη δέ μιν εἰλύει ἀχλύς Arat. l.c.:—Pass., to be wrapped, covered, βοέῃς εἰλυμένω ὤμους Il. 17.492; εἰλυμένοι αἴθοπι χαλκῷ 18.522; νεφέλῃ εἰλυμένος ὤμους 5.186; αἵματι καὶ κονίῃσιν εἴλῡτο 16.640; εἴλυτο δὲ πάνθʼ ἁλὸς ἄχνῃ Od. 5.403; νυκτὶ μὲν ὑμέων εἰλύαται κεφαλαί 20.352, cf. Il. 12.286.
- II Pass., after Hom., = ἰλυσπάομαι, crawl, wriggle along, of a lame man, εἰλῡόμην δύστηνον ἐξέλκων πόδα S. Ph. 291; εἰλυόμενος, παῖς ἄτερ ὡς . . τιθήνας ib. 702; of a shoal of fish, Metag. 6.4.
- 2 in Theoc. 25.246 εἰλυθείς is used like ἐλυσθείς in Hom., rolled up, crouching; but εἰλυμένος is part. of ἐλύω (q. v.) in A.R. 3.296.
I intr., en v. med.-pas.
1 en tema de perf. estar envuelto, estar cubierto c. dat. instrum.
ἄλλα τε πάντα εἴλυται κατύπερθ', ὅτ' ἐπιβρίσῃ Διὸς ὄμβρος
εἴλυτο δὲ πάνθ' ἁλὸς ἄχνῃ
νυκτὶ ... εἰλύαται κεφαλαί
βελέεσσι καὶ αἵματι καὶ κονίῃσιν ἐκ κεφαλῆς εἴλυτο
εἰλυμένοι ... χαλκῷ
παῖδ' ὀλίγον δολίῃς εἰλυμένον ἐντροπίῃσι
Ζεῦ ... εἰλυμένε κόπρῳ μηλείῃ
βόαυλα ... εἰλυμένα καπνῷ
• c. ac. de rel. indicando la parte envuelta y dat. instrum.
νεφέλῃ εἰλυμένος ὤμους
χαίτῃς εἰλυμένος εὐρέας ὤμους
λημηρῇ νεφέλῃ εἰλυμένος ὄσσε
σπάργανον ἀμφ' ὤμοις εἰλυμένος
πελάγει νεφέων εἰλυμένῳ
• estar envuelto con vestiduras
εὐκήλως εἰλυμένοι
2 en pres. y aor. deslizarse, ir arrastrándose
ῥυμὸς δ' ἐπὶ γαῖαν ἐλύσθη
λασίην ὑπὸ γαστέρ' ἐλυσθείς
de Ulises escapando de la cueva de Polifemoαὐτὸς ἂν τάλας εἰλυόμην, δύστηνον ἐξέλκων πόδα
εἷρπε ... τότ' ἂν εἰλυόμενος, παῖς ἄτερ ὡς φίλας τιθήνας
(κῦμα) βατίδων εἰλυομένων
ἀμφὶ δὲ πρώτοις εἰλύεται στέρνοισι
3 en aor. encogerse
προπάροιθε ποδῶν Ἀχιλῆος ἐλυσθείς
encogido, e.e., humillado ante los pies de Aquiles
• enrollarse, encogerse sobre sí mismo, agazaparse
εἰλυθέντος ὑπὸ λαγόνας τε καὶ ἰξύν
ἐνὶ ψαμάθοισιν ἐλυσθείς
ἐν πηλοῖσιν ἐλυσθεὶς ῥίμφ' ἔφορεν
ὑπ' ὀστράκῳ εἰλυθεῖσα
πηλοῖο κατ' εὐρώεντος ἐλυσθεὶς κέκλιται
II en v. act.
1 tr. envolver, cubrir, ocultar
εἰ δὲ ... ὀλίγη δέ μιν εἰλύοι ἀχλὺς αὐτόν
πτύγματι ὀθονίου εἰλύσας
2 c. gen. atraer
ποταμὸς πυρὸς εἵλυεν ἔμπροσθεν αὐτοῦ
εἰλύσθαι· ἕλκειν
•Es dud. si es un pres. u̯elnu- < *H1u̯el-nHu̯-, cf. ai. vṛnóti- ‘envolver’, o secundario sobre perf. εἴλῡμαι < u̯e-u̯lū-m-; cf. γέλουτρον = Ϝέλυτρον, ai. varutra- ‘ropa de abrigo’, etc.
2) einhüllen, umhüllen ; εἰλύσω ψαμάθοισιν, mit Sand, Il. 21.319 ; ὀλίγη δέ μιν εἰλύοι ἀχλύς Arat. Phaen. 431 ; öfter im pass., νεφέλῃ εἰλυμένος ὤμους Il. 5.186, εἰλυμένοι αἴθοπι χαλκῷ 18.522, σάκεσιν εἰλυμένοι ὤμους Od. 14.479, mit Gewölk umhüllt, mit Erz geschirmt ; Il. 16.840 ἐπεὶ βελέεσσι καὶ αἵματι καὶ κονίῃσιν ἐκ κεφαλῆς εἴλῡτο διαμπερὲς ἐς πόδας ἄκρους, Od. 5.403 εἴλῡτο δὲ πάνθʼ ἁλὸς ἄχνῃ, vgl. über den Akzent Lehrs Aristarch. ed. 2 p. 256 ; sp.D., wie Ap.Rh. 2.861, 1291 ; ἔρως ὑπὸ κραδίῃ εἰλυμένος 3.296 ; auch ἀμφὶ δὲ πρώτοις εἰλύεται στέρνοις Nic. Al. 18 [dieser u. Sp. brauchen υ als anceps]. Vgl. Buttmann Lexil. II p. 163 ff, der εἰλύω für Einhüllen, ἐλύω für Zusammenkrümmen, Minden erkl., was spätere Dichter aber nicht so unterscheiden.
[ϝελϝ-, ϝελυ-. Cf. εἴλω.]
Fut. εἰλύσω Il. 21.319.
3 sing. pf. pass. εἴλυται Il. 12.286.
3 pl. εἰλύ̆αται Od. 20.352.
3 sing. plupf. εἴλυτο Il. 16.640: Od. 5.403.
Pple. εἰλυμένος, -ου Il. 5.186, Il. 17.492, Il. 18.522: Od. 14.136, 479.
Also 3 sing. aor. pass. ἐλύσθη Il. 23.393.
Pple. ἐλυσθείς Il. 24.510: Od. 9.433.
- 1
In aor. pple. pass., bent upon oneself, crouching: προπάροιθε ποδῶν Ἀχιλῆος ἐλυσθείς Il. 24.510.
Curled up: ὑπὸ γαστέρʼ [ἀρνειοῦ] ἐλυσθείς Od. 9.433.
In Il. 23.393 (ῥυμὸς
ἐπὶ γαῖαν ἐλύσθη) app., swung to the ground. - 2
To wrap something round (something), wrap up; hence, to cover up, cover: νεφέλῃ εἰλυμένος Il. 5.186. Cf. Il. 12.286, Il. 16.640, Il. 17.492, Il. 18.522, Il. 21.319; εἴλυτο ἁλὸς ἄχνῃ Od. 5.403. Cf. Od. 14.136, 479, Od. 20.352.
- 1
- Ito enfold, enwrap, Il.:—Pass. to be wrapt or covered, νεφέληι εἰλυμένος ὤμους, etc., Hom.
- IIPass., also, = ἰλυσπάομαι, to crawl or wriggle along, of a lame man, Soph.
- 2in Theocr. εἰλυσθείς means rolled up, crouching.