εἰσεμπίπτω Save DGE εἰσεμπίπτω incurrir en, caer en fig. ὡς πολλά[κις] ἄνθρωπ[οι] πολλοῖς πειρασμοῖς εἰσενέπεσαν Didym.in Iob 137.17.