εἰσελκύω Save Bailly 2024 Pape εἰσ·ελκύω (part. ao. εἰσελκύσας) [ῠ] c. le suiv. Ar. Ach. 378 || ➳ Ao. ion. ἐσείλκυσα, Hdt. 2, 175. εἰσελκύω, = εἰσέλκω, εἰσελκύσας εἰς τὸ δεσμωτήριον Ar. Ach. 378.