εὐθυφυής
εὐθυφυής, straight-grown
εὐθῠ-φῠής, ές,
- straight-grown, opp. παρεστραμμένος, cj. Scalig. in Thphr. HP 4.2.6.
εὐθυ·φυής, ής, ές [ῠ] qui pousse droit, Th. H.P. 4, 2, 6.
Étym. εὐ. φύω.
εὐθυφυής, ές, geradwüchsig, Theophr.