εὐθύτριχος
εὐθῠ-τρῐχος, ον,
- = εὐθύθριξ, Arist. HA 629b35, Polem.Phgn. 57.
1 εὐθύτριχος, gén. d’εὐθύθριξ.
2 εὐθύ·τριχος, ος, ον [ῐ] c. εὐθύθριξ, Arstt. H.A. 9, 44, 7 ; Polém. Physiogn. 2, 3.
εὐθύτριχος, = εὐθύθριξ, Arist. H.A. 9.44 u. Sp.