εὐθύτρυπος Save LSJ Bailly 2024 εὐθῠ-τρῡπος, ον, = εὐθύτρητος, Democr. ap. Thphr. Sens. 73. εὐθύ·τρυπος, ος, ον [ῠπ] c. εὐθύτρητος, Démocr. (Th. Sens. § 73 conj.).