εὐνουχισμός
εὐνουχισμός, castration
εὐνουχ-ισμός, ὁ,
- castration, Gal. 4.576:
εὐνουχισμός, οῦ (ὁ) castration, Chrys. 2, 701.
Étym. εὐνουχίζω.
εὐνουχισμός, ὁ, das Entmannen, Sp.
εὐνουχισμός, castration