εὐρύκολπος
εὐρύκολπος, broad bosomed
εὐρῠ-κολπος, ον,
- = εὐρύστερνος, χθών Pi. N. 7.33.
εὐρύ·κολπος, ος, ον [ῠ] au vaste sein, Pd. N. 7, 33.
Étym. εὐ. κόλπος.
εὐρύκολπος, breit-, weitbusig, χθών Pind. N. 7.33.
εὐρῠκολπος,-ον
- 1broad bosomed παρὰ μέγαν ὀμφαλὸν εὐρυκόλπου μόλεν χθονός N. 7.33
εὐρύκολπος
εὐρύ-κολπος, ον
= εὐρύστερνος, Pind.