ζωγρίας
ζωγρίας, one taken alive
ζωγρ-ίας, ου, ὁ,
- one taken alive, ζωγρίαν συλλαμβάνειν, ἑλεῖν τινα, Ctes. Fr. 29.3, 9, Zos. 1.51; οὐ κατελίπομεν ζωγρίαν LXX De. 2.34; ζωγρίας ἐλήφθη D.S. 25.10; ζωγρίας ἔλαβε δισχιλίους ibid.; ζωγρίαι ἑάλωσαν Memn. 56.3.
ζωγρίας, ου, adj. m. que l’on prend vivant, DS. Exc. 510, 54 et 62 ; Memn. (Phot. Bibl. 238, 28).
Étym. ζωγρέω.
ζωγρίας, ὁ, der Lebendiggefangene, Sp.