ζωγράφημα
ζωγράφημα, a picture
ζωγρᾰφ-ημα, ατος, τό,
- a picture, Pl. Phlb. 39d, Cra. 430b sq.
ζωγράφημα, ατος (τὸ) [ᾰφ] peinture, tableau, Plat. Phil. 39d, Crat. 430b.
Étym. ζωγραφέω.
ζωγράφημα, τό, das Gemälde, Plat. Crat. 430e u. öfter ; Sp.