Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ζῴειος
ζῴειος, animal
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ζωγραφία
ζωγραφίδες
ζωγραφικός
ζωγραφικῶς
ζωγράφισμα
ζωγράφος
ζωγρεία
ζωγρεῖον
ζωγρεύς
ζωγρεύω
ζωγρέω
ζωγρητικός
ζωγρία
ζώγρια
ζωγρίας
ζώγριον
ζῶγρον
ζῶγρος
ζωγύς
ζῳδαρίδιον
ζῳδάριον
ζῳδιακός
ζῳδιακῶς
ζῳδιάρχης
ζῳδιογλύφος
ζῳδιοκράτωρ
ζῴδιον
ζῳδιοποιός
ζῳδιοφόρος
ζῳδιωτός
ζῴειος
ζώεσκον
ζώζω
ζωή
ζῳηδόν
ζῴην
ζωηρός
ζωητός
ζωηφόριος
ζωηφόρος
ζωθάλμιος
ζωθαλπής
ζωθαλπίς
ζωθήκη
ζωΐδιον
ζωΐδιος
ζωϊκός
Ζωΐλος
ζώϊον
ζωϊτός
ζωκτήρ
ζῶμα
ζωμάλμη
ζωμάριον
ζωμαρίτιον
ζωμάρυστρον
Ζωμεκπνέων
ζώμευμα
ζωμευτός
ζωμεύω
ζωμήρυσις
…
ζῴειος
Save
ζῴειος, animal
LSJ
ζῴειος, α, ον,
animal,
opp.
ἀνθρώπειος, ἵππειος,
Dam.
Pr.
85.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}