ζωογράφος
ζωο-γράφος [ᾰ], ον, poet. for ζωγρ-, Theoc. 15.81 (v.l. ζῳογράφος).
ζωο·γράφος, ου (ὁ) [ᾰ] c. ζωγράφος, Thcr. Idyl. 15, 81.
ζωογράφος, ὁ, p. = ζωγράφος, Theocr. 15.81.
ζωογράφος
ζωο-γράφος, ον
poet. for ζωγράφος.