ζόφεος Save LSJ Bailly 2024 Pape ζόφ-εος, α, ον, v.l. for ζοφερός, νύξ Nic. Al. 501. ζόφεος, α, ον, c. le suiv. Nic. Al. 501. ζόφεος, α, ον, p. = ζοφερός, Nic. Al. 501.