Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ζυγάδιον
ζυγάδιον, shoe
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ζόη
ζοΐα
ζόμβρος
ζοός
ζορκάς
ζόρξ
Ζοροβάβελ
ζούγωνερ
ζούϊον
Ζοῦμοι
ζόφεος
ζοφερός
ζοφερότης
ζοφηφορία
ζόφιος
ζοφοδορπίδας
ζοφόδορπις
ζοφοείδελος
ζοφοειδής
ζοφόεις
ζοφοιείδελος
ζοφομηνία
ζοφόπνοια
ζόφος
ζοφόω
ζοφώδης
ζόφωμα
ζόφωσις
ζόω
ζυγάδην
ζυγάδιον
ζύγαινα
ζυγαῖος
ζυγάρχης
ζυγαρχία
ζυγάς
ζυγάστριον
ζύγαστρον
ζυγαστροφέω
ζυγείς
ζυγέω
ζυγή
ζυγηδόν
ζυγηφόρος
ζυγία
ζυγιανός
ζυγιατής
ζυγίζω
ζυγικός
ζύγιμος
ζύγινος
ζύγιον
ζύγιος
ζυγίς
ζυγίσκον
ζυγίτης
ζυγῖτις
ζυγκλεῖ
ζυγοδέσμιον
ζυγόδεσμον
ζυγόδεσμος
…
ζυγάδιον
Save
ζυγάδιον, shoe
LSJ
ζῠγάδιον, τό,
a kind of
shoe,
prob. in
Suid.
s.v. ξυρίδες.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}