θερμώδης
θερμώδης, lukewarm
θερμ-ώδης, ες,
- lukewarm, Aret. CA 2.3.
θερμώδης, ης, ες, chaud, tiède, Arét. Cur. m. acut. 2, 3.
Étym. θερμός, -ωδης.
θερμώδης, ες, lau, Aret.
θερμώδης, lukewarm