Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
θερμοφόρος
θερμοφόρος, boiler
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
θερμολούτης
θερμολουτία
θερμολουτρέω
θερμόλυχνον
θερμομιγής
θερμόνοος
θερμόνους
θερμοπερίπατος
θερμόπλα
θερμοπλάω
θερμόπλησις
θερμοποιός
θερμοποσία
θερμοπότης
θερμοποτίς
θερμόπρωκτος
Θερμοπύλαι
θερμοπώλιον
θερμός
θέρμος
Θέρμος
θερμοσποδιά
θερμότης
θερμοτραγέω
θέρμουθις
θερμουργέω
θερμουργία
θερμουργός
θερμοφαγέω
θερμοφόρον
θερμοφόρος
θερμόφρων
θερμοφύλαξ
θερμοχύτης
θερμόω
Θέρμυδρον
θέρμυδρον
θέρμω
θερμώδης
Θερμώδων
Θερμώδωσα
θερμωλή
Θέρμων
θερμῶς
θερμωστικός
θερόεις
θεροκαυσώδης
θέρος
Θερσαγόρας
Θέρσανδρος
θέρσεισα
θέρσημι
θερσιεπής
Θερσίλιον
Θερσίλοχος
Θέρσιππος
Θέρσις
Θερσίτης
θερσίχθων
θέρσομαι
θερσόμενος
…
θερμοφόρος
Save
θερμοφόρος, boiler
LSJ
θερμο-φόρος, ὁ,
boiler,
Gloss.
,
POxy.
2145.15 (ii A.D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}