Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
θερμόπρωκτος
θερμόπρωκτος, lascivious
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
θερμόβουλος
θερμοδοσία
θερμοδοτέω
θερμοδότης
θερμοδότις
θερμοειδής
θερμοεργός
θερμοκοίλιος
θερμοκρασία
θερμοκύαμος
Θερμολαῖος
Θερμολέπυρος
θερμολουσία
θερμολουσίη
θερμολουτέω
θερμολούτης
θερμολουτία
θερμολουτρέω
θερμόλυχνον
θερμομιγής
θερμόνοος
θερμόνους
θερμοπερίπατος
θερμόπλα
θερμοπλάω
θερμόπλησις
θερμοποιός
θερμοποσία
θερμοπότης
θερμοποτίς
θερμόπρωκτος
Θερμοπύλαι
θερμοπώλιον
θερμός
θέρμος
Θέρμος
θερμοσποδιά
θερμότης
θερμοτραγέω
θέρμουθις
θερμουργέω
θερμουργία
θερμουργός
θερμοφαγέω
θερμοφόρον
θερμοφόρος
θερμόφρων
θερμοφύλαξ
θερμοχύτης
θερμόω
Θέρμυδρον
θέρμυδρον
θέρμω
θερμώδης
Θερμώδων
Θερμώδωσα
θερμωλή
Θέρμων
θερμῶς
θερμωστικός
θερόεις
…
θερμόπρωκτος
Save
θερμόπρωκτος, lascivious
LSJ
θερμό-πρωκτος, ον,
lascivious,
Sch.
Ar.
V.
1030.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}