θερμοποιός
θερμοποιός, producing heat
θερμο-ποιός, όν,
- producing heat, Olymp. in Mete. 136.1, 244.14.
θερμο·ποιός, ός, όν, qui échauffe, Olympiod. Arstt. Meteor. p. 39.
Étym. θ. ποιέω.
θερμοποιός, warm machend, Sp.