θεόδοτος
θεόδοτος, god-given
θεό-δοτος, ον,
- = θεόσδοτος, ἔργα Pi. I. 5(4).23; εὐχαί B. 7.50.
- II θεόδοτον, τό, remedy for coughs, Alex.Trall. 5.4.
θεό·δοτος, ος, ον, donné par les dieux, Pd. I. 5, 29 ; τὸ θεόδοτον, A. Tr. 5, p. 260, remède contre la toux.
Étym. θ. δοτός.
θεόδοτος, von Gott gegeben, ἔργα Pind. I. 4.25.
θεόδοτος
- 1god-given εἰ δὲ τέτραπται θεοδότων ἔργων κέλευθον ἂν καθαράν I. 5.23
θεόδοτος
θεό-δοτος, ον
δίδωμι
= θεόσδοτος, Pind.