θιασῶτις Save LSJ Bailly 2024 Pape θῐᾰσ-ῶτις, ιδος, ἡ, fem. of θιασώτης, Opp. C. 4.298. θιασῶτις, ώτιδος (ἡ) [ᾰ] bacchante, Opp. C. 4, 298. Étym. fém. de θιασώτης. θιασῶτις, ιδος, ἡ, fem. zu θιασώτης, Bacchantin, Opp. Cyn. 4.298.