θρομβεῖον Save LSJ Pape θρομβ-εῖον, Ion. θρομβ-ήϊον, τό, Dim. of θρόμβος, Nic. Al. 295:—also θρομβ-ίον, τό, Dsc. Alex. 25. θρομβεῖον, τό, ion. θρομβήϊον, dim. von θρόμβος, Klümpchen, Nic. Al. 295.