θρομβοειδής
θρομβοειδής, full of clots
θρομβο-ειδής, ές,
- full of clots or lumps, Hp. Mul. 1.11, 38.
θρομβο·ειδής, ής, ές, semblable à des grumeaux, en grumeaux, Hpc. 595, 39 ; 606, 37.
Étym. θρόμβος, εἶδος.
θρομβοειδής, ές, = θρομβώδης, Hippocr.