κάλλιστος
κάλλιστος, η, ον, Sup. of καλός; v. καλός B.
κάλλιστος, η, ον, sup. de καλός.
κάλλιστος, superl. zu καλός.
κάλλιστος
superl. καλός.
κάλλιστος : see κᾱλός.
κάλλιστος, η, ον
Sup. of καλός: v. καλός B.