καλλίτοξος
καλλίτοξος, with beautiful bow
καλλῐ-τοξος, ὁ, ἡ,
- with beautiful bow, E. Ph. 1162.
καλλί·τοξος, ος, ον [ῐ] au bel arc, Eur. Ph. 1162.
Étym. κ. τόξον.
καλλίτοξος, mit schönem Bogen, Eur. Phoen. 1168.
καλλίτοξος
καλλί-τοξος, ὁ, ἡ,
τόξον
- with beautiful bow, Eur.