καλλιπύργωτος
καλλῐ-πύργωτος, ον, = foreg., E. Ba. 19.
καλλι·πύργωτος, ος, ον [ῐ] c. le préc. Eur. Bacch. 19.
Étym. κ. πυργόω.
καλλιπύργωτος, schön umtürmt, πόλεις Eur. Bacch. 19.
καλλιπύργωτος
καλλι-πύργωτος, ον
= καλλίπυργος, Eur.