κήπειος Save LSJ Bailly 2024 Pape κήπ-ειος, α, ον, v.l. for κηπαῖος, Nic. Th. 88. κήπειος, α, ον, de jardin, Nic. Th. 88. Étym. κῆπος. κήπειος, = κηπαῖος, κάμπη Nic. Ther. 88.