Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κηπευτής
LSJ
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κήνεον
κήνοθεν
κῆνος
κηνσίτωρ
κῆνσος
κήνσωρ
Κηνσωρῖνος
κήνυγμα
κηνύσσομαι
κηνώ
κήξ
κἠξ
κἠξαπίνας
κήομεν
κηπάδιον
κηπαία
κηπαῖος
κηπάριον
κᾖπε
κἦπε
κἠπεί
κἠπει
κηπεία
κηπεῖαι
κήπειος
κἤπειτα
κήπευμα
κηπεύς
Κηπεύς
κηπεύσιμος
κηπευτής
κηπευτικός
κηπευτός
κηπεύω
κἠπί
κηπίδες
κηπίδες νύμφαι
κηπίδιον
κηπίον
κηπίς
Κῆπις
Κηπίων
Κῆποι
κηποκόμας
κηποκόμος
κηπολαχανία
κηπολάχανον
κηπολόγος
κηποπαράδεισος
κηποποιΐα
κῆπος
κηποτάφιον
κηποτύραννος
κηπουργία
κηπουργικός
κηπουρέω
κηπουρία
κηπουριακός
κηπουρικός
κηπουρός
κηποφύλαξ
…
κηπευτής
Save
LSJ
Pape
κηπ-ευτής, οῦ, ὁ,
= κηπεύς,
Gloss.
κηπευτής
, ὁ, = κηπεύς.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}