κίραφος
κίραφος, fox
κίραφος, ὁ, and Lacon. κίρα, ἡ,
- fox, Hsch. κίρβα, = πήρα, Id.; cf. κίββα. κιρία, v. κειρία. κίρις, v. κιρρίς.
κίραφος, nach Hesych. bei den Lakoniern der Fuchs, κίδαφος ?