κινωπηστής Save Bailly 2024 Pape κινωπηστής, οῦ (ὁ) [ῐ] c. le préc. Nic. Th. 141. κινωπηστής, (wie ἑρπηστής neben ἑρπετόν), = κινώπετον ; Nic. Ther. 141 ; vgl. Lobeck Paralipp. 449.