About Report a problem

Menu

κιξάλλης

κιξάλλης, highway robber

κιξάλλ-ης, ου, ὁ,
  • highway robber, κ. καὶ λῃστής Democr. 260; ὅστις κιξάλλας ὑποδέχοιτο SIG 38.19 (Teos, v B.C.) (Hsch. κιξάλης· φώρ, κλέπτης, ἀλαζών: Phot. κίξας· τοὺς ἐν ὁδῷ λῃστάς: Jo.Gramm. in Hoffmann Griech.Dial. ii p.208 κιττάλης· κλέπτης).

Saved

Recent